
Το άτομο, η κοινωνία και τα όρια του αυτοπροσδιορισμού.
Δυστυχώς ή ευτυχώς, οι συμβάσεις είναι αυτές που σε μεγάλο βαθμό ορίζουν τους πολιτισμούς, τις κοινωνίες, τις μορφές και τελικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Ο άνθρωπος δεν γεννιέται σε ένα κενό μέσα στο οποίο μπορεί να δημιουργήσει από την αρχή την πραγματικότητά του. Γεννιέται ήδη μέσα σε έναν κόσμο που υπάρχει πριν από αυτόν. Χωρίς να έχει ερωτηθεί, αποκτά ένα σώμα, ένα φύλο, μια ηλικία, μια γλώσσα, μια οικογένεια, έναν τόπο, μια ιστορία και μια κοινωνία. Δεν αποφασίζει ότι θα χρειάζεται οξυγόνο για να ζήσει, ότι θα πεινάσει, ότι θα γεράσει ή ότι κάποτε θα πεθάνει. Δεν αποφασίζει να είναι άνθρωπος.
Αυτές δεν είναι κοινωνικές συμβάσεις. Είναι δεδομένα της φύσης.
Πάνω όμως σε αυτά τα δεδομένα η ανθρωπότητα οικοδομεί ένα τεράστιο σύστημα συμβάσεων. Η γλώσσα είναι σύμβαση. Οι νόμοι είναι συμβάσεις. Το χρήμα είναι σύμβαση. Οι κανόνες συμπεριφοράς είναι συμβάσεις. Οι θεσμοί, οι κοινωνικοί ρόλοι, οι τρόποι με τους οποίους οργανώνεται μια κοινωνία και πολλά από όσα θεωρούμε αυτονόητα είναι αποτέλεσμα συλλογικής συμφωνίας, άλλοτε συνειδητής και άλλοτε κληρονομημένης από τις προηγούμενες γενιές.
Και ακριβώς επειδή οι συμβάσεις δεν είναι φυσικοί νόμοι, μπορούν να αλλάξουν.
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά κάθε ζωντανού πολιτισμού. Το άτομο μπορεί να αμφισβητήσει μια υπάρχουσα σύμβαση, να προτείνει μια διαφορετική και, εφόσον πείσει αρκετούς άλλους, η νέα αντίληψη μπορεί σταδιακά να γίνει συλλογική. Έτσι αλλάζουν οι κοινωνίες.
Επομένως, υπάρχει μια διαρκής σχέση ανάμεσα στο άτομο και στο σύνολο. Το άτομο επηρεάζεται από την κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να την επηρεάσει. Η κοινωνία διαμορφώνει το άτομο και το άτομο μπορεί να μεταβάλει την κοινωνία.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ατομική επιθυμία πρέπει αυτομάτως να μετατρέπεται σε κοινωνικό δικαίωμα.
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα της εποχής μας.
Ο άνθρωπος μπορεί να πιστεύει για τον εαυτό του σχεδόν οτιδήποτε. Μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του σπουδαίο ή ασήμαντο, να απορρίπτει μια κοινωνική παράδοση, να δημιουργεί μια δική του φιλοσοφία ή να αυτοπροσδιορίζεται με έναν τρόπο που διαφέρει από αυτόν που χρησιμοποιεί η πλειονότητα.
Η ελευθερία της σκέψης και της προσωπικής πεποίθησης είναι ένα πράγμα.
Η απαίτηση όμως από την κοινωνία να υιοθετήσει αυτή την προσωπική πεποίθηση ως αντικειμενική πραγματικότητα είναι κάτι διαφορετικό.
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Ένας άνθρωπος μπορεί να δηλώσει ότι δεν θέλει να φορά ζώνη ασφαλείας στο αυτοκίνητό του. Η δήλωσή του αυτή είναι προσωπική. Όμως η κοινωνία μπορεί να αποφασίσει ότι δεν του επιτρέπεται να οδηγεί χωρίς ζώνη.
Γιατί;
Επειδή εδώ δεν εξετάζεται απλώς η προσωπική του επιθυμία. Εξετάζεται η επίδραση της πράξης του στο κοινωνικό σύνολο. Ένας άνθρωπος που δεν φορά ζώνη αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρού τραυματισμού του, επιβαρύνει σε περίπτωση ατυχήματος τα συστήματα υγείας και, όταν βρίσκεται μαζί με άλλους, μπορεί να μετατραπεί ο ίδιος σε κίνδυνο για τους συνεπιβάτες του. Επιπλέον, η κοινωνία έχει κάθε λόγο να θέτει κανόνες όταν μια συμπεριφορά επηρεάζει αρνητικά μια συλλογική σύμβαση.
Επομένως, η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τι θέλει ο άνθρωπος. Ενδιαφέρεται και για το τι προκαλεί αυτό που θέλει.
Και εδώ μπορούμε να θέσουμε ένα ακόμη πιο παράξενο ερώτημα.
Εάν ένας άνθρωπος δηλώσει ότι αυτοπροσδιορίζεται ως σκύλος, γιατί θα έπρεπε η κοινωνία να απαγορεύσει την προσωπική του δήλωση; Εφόσον δεν βλάπτει κανέναν, μπορεί να το πιστεύει, να το λέει και να οργανώνει την προσωπική του ζωή όπως επιθυμεί, μέσα στα όρια του νόμου.
Αλλά πρέπει αυτό να σημαίνει ότι η κοινωνία οφείλει να τον αντιμετωπίζει κυριολεκτικά ως σκύλο;
Εδώ βρίσκεται η ουσία της διάκρισης.
Το δικαίωμα ενός ανθρώπου να έχει μια προσωπική αντίληψη για τον εαυτό του δεν συνεπάγεται αυτομάτως υποχρέωση όλων των υπολοίπων να υιοθετήσουν την ίδια αντίληψη.
Άλλο η ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού και άλλο η επιβολή του αυτοπροσδιορισμού ως κοινωνικού κανόνα.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις περισσότερες κοινωνικές συμβάσεις. Η κοινωνία μπορεί να αλλάξει τη σημασία μιας λέξης, έναν θεσμό, έναν νόμο ή έναν κοινωνικό κανόνα. Αλλά για να γίνει αυτό, απαιτείται συλλογική διαδικασία. Δεν αρκεί η προσωπική δήλωση ενός ανθρώπου.
Και εδώ θα πρέπει να προσέξουμε κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Δεν είναι όλες οι συμβάσεις ίδιες.
Άλλο είναι μια σύμβαση που δημιουργήθηκε επειδή οι άνθρωποι αποφάσισαν να χρησιμοποιούν ένα συγκεκριμένο σύμβολο για μια συγκεκριμένη έννοια και άλλο ένα συμπέρασμα που στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα της φύσης.
Εάν αποφασίσουμε αύριο να αλλάξουμε το όνομα μιας ημέρας, μπορούμε να το κάνουμε. Δεν αλλάζει τίποτα στη φύση. Εάν όμως αποφασίσουμε ότι ένας φυσικός νόμος δεν μας αρέσει και επομένως δεν ισχύει, η φύση δεν είναι υποχρεωμένη να συμφωνήσει μαζί μας.
Η κοινωνία μπορεί να αλλάξει τις λέξεις με τις οποίες περιγράφει την πραγματικότητα. Δεν μπορεί όμως απλώς με μια κοινωνική απόφαση να αλλάξει την ίδια την πραγματικότητα.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο χρειάζεται μεγάλη προσοχή όταν χρησιμοποιούμε την έννοια του αυτοπροσδιορισμού.
Ο αυτοπροσδιορισμός είναι εξαιρετικά ισχυρός όταν αφορά τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ο καθένας είναι ο κύριος της συνείδησής του. Δεν χρειάζεται την άδεια της κοινωνίας για να πιστεύει κάτι, να αγαπά κάτι, να απορρίπτει κάτι ή να διαμορφώνει την προσωπική του ταυτότητα.
Όταν όμως ο αυτοπροσδιορισμός μεταφέρεται από το επίπεδο της προσωπικής πεποίθησης στο επίπεδο της κοινωνικής πραγματικότητας, τότε αρχίζει μια διαφορετική συζήτηση.
Γιατί η κοινωνία έχει και αυτή δικαιώματα.
Το σύνολο των ανθρώπων δεν είναι απλώς ένα άθροισμα απομονωμένων ατόμων. Είναι μια οργανωμένη κοινότητα που έχει γλώσσα, μνήμη, θεσμούς, ιστορία, παραδόσεις και κοινές έννοιες. Αυτές οι κοινές έννοιες είναι που επιτρέπουν στους ανθρώπους να συνεννοούνται και να συνυπάρχουν.
Εάν κάθε ατομικός αυτοπροσδιορισμός αποκτούσε αυτομάτως δεσμευτική ισχύ για όλους, τότε οι κοινές συμβάσεις θα έχαναν σταδιακά τη σημασία τους. Και χωρίς κοινές έννοιες δεν μπορεί να υπάρξει κοινότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνία έχει πάντα δίκιο.
Πολλές φορές το άτομο υπήρξε εκείνο που αντιστάθηκε σε μια άδικη ή λανθασμένη συλλογική σύμβαση. Οι κοινωνίες αλλάζουν επειδή κάποιοι άνθρωποι αμφισβητούν αυτό που όλοι οι υπόλοιποι θεωρούν αυτονόητο.
Γι' αυτό δεν θα έθετα το ζήτημα ως «άτομο εναντίον κοινωνίας».
Θα το έθετα ως εξής:
Το άτομο έχει το δικαίωμα να αμφισβητεί την κοινωνία, αλλά η κοινωνία έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποιες ατομικές αντιλήψεις θα ενσωματώσει στις κοινές της συμβάσεις.
Αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης.
Ο άνθρωπος μπορεί να ζητήσει από την κοινωνία να αλλάξει. Μπορεί να επιχειρηματολογήσει, να πείσει, να αγωνιστεί, να δημιουργήσει ένα νέο κοινωνικό πρότυπο. Αυτό είναι μέρος της ελευθερίας.
Δεν μπορεί όμως να θεωρεί αυτονόητο ότι επειδή κάτι το δηλώνει ο ίδιος, ολόκληρη η κοινωνία υποχρεούται να το αποδεχθεί ή να προσπαθήσει με βία να το επιβάλει.
Εξάλλου, αν δεχθούμε αυτή την αρχή χωρίς κανένα όριο, τότε παύει να υπάρχει αντικειμενικό κριτήριο για το πού τελειώνει η προσωπική ελευθερία και πού αρχίζει η υποχρέωση των άλλων.
Και αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα.
Όχι αν ο άνθρωπος έχει δικαίωμα να λέει «είμαι αυτό που αισθάνομαι ότι είμαι».
Αλλά αν η κοινωνία είναι υποχρεωμένη να μετατρέψει κάθε προσωπικό «είμαι» σε συλλογικό «είσαι».
Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είναι όχι.
Η κοινωνία οφείλει να προστατεύει την ελευθερία του ατόμου, αλλά ταυτόχρονα οφείλει να προστατεύει και τις κοινές έννοιες που επιτρέπουν στην ίδια να υπάρχει ως κοινωνία.
Το ατομικό δικαίωμα μπορεί να μετακινεί τα όρια των συλλογικών συμβάσεων. Δεν μπορεί όμως να καταργεί από μόνο του την ανάγκη για συλλογικές συμβάσεις.
Γιατί χωρίς το άτομο δεν υπάρχει κοινωνική αλλαγή.
Αλλά χωρίς το σύνολο δεν υπάρχει κοινωνία.
Και το βασικότερο ερώτημα: Ο Άνθρωπος είναι, από τη φύση του, κοινωνικό ή ατομικό ον; Ποιο από τα δύο υπερισχύει τελικά σύμφωνα με τη φύση του;
Τι μας έλεγε γι' αυτό η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία, η ψυχολογία, η βιολογία, η εξελικτική βιολογία;
Είναι η κοινωνία απλώς ένας αριθμός ανεξάρτητων ατόμων ή ο άνθρωπος είναι από τη φύση του προορισμένος να υπάρχει μέσα σε ένα συλλογικό σύνολο;
Άρα τελικά ποιο είναι πιο ισχυρό, το ατομικό ή το συλλογικό, εθνικό, δικαίωμα;
Χωρίς βέβαια το ένα, ποτέ, να μηδενίζει το άλλο.
Οι σκέψεις μου εμπνεύστηκαν από το παρακάτω άρθρο: Σάλος στην Πορτογαλία με τους «θηριανούς»: Αυτοπροσδιορίζονται ως ζώα - Πάνε σε κτηνίατρο
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου